αυτόπιστος

αὐτόπιστος, -ον (Μ)
αξιόπιστος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αὐτόπιστος — credible in itself masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπίστως — αὐτόπιστος credible in itself adverbial αὐτόπιστος credible in itself masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόπιστον — αὐτόπιστος credible in itself masc/fem acc sg αὐτόπιστος credible in itself neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπίστοις — αὐτόπιστος credible in itself masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπίστου — αὐτόπιστος credible in itself masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπίστους — αὐτόπιστος credible in itself masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπίστων — αὐτόπιστος credible in itself masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοπίστῳ — αὐτόπιστος credible in itself masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόπιστα — αὐτόπιστος credible in itself neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόπιστοι — αὐτόπιστος credible in itself masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.